Πέμπτη 24 Ιουνίου 2010

«Τις πιο όμορφες θάλασσες δεν τις είδαμε ακόμη…»

«Τις πιο όμορφες θάλασσες δεν τις είδαμε ακόμη..». Στίχος ενός ποιήματος; Μπορεί κάποιου συνθέτη. Το δημιούργημα ενός καταξιωμένου καλλιτέχνη ή ενός εκκολαπτόμενου. Εγώ το είδα απλά γραμμένο σ’ ένα τοίχο. Πόσο λίγη σημασία δίνουμε σε μια επιγραφή ενός τοίχου! Κι όμως αυτή η τέχνη του δρόμου προσφέρει κατά καιρό πολλά χαμόγελα σε ανύποπτους περαστικούς.
«Τις πιο όμορφες θάλασσες δεν τις είδαμε ακόμη..». Το διάβασα σ’ ένα τοίχο περιμένοντας στην ουρά το λεωφορείο. Χαμογέλασα άθελά μου. Ύστερα σκέφτηκα αυτόν που το έγραψε. Πόσο ανάγκη είχε να πιστέψει ότι καθετί καλό βρίσκεται ακόμη εκεί έξω και μας περιμένει. Τίποτα δεν είδαμε ακόμη. Είμαι βέβαιη γι’ αυτό. Η παραμικρή έκπληξη παραμονεύει κάπου εκεί έξω να μας προσφέρει κάτι διαφορετικό.
Ζω σε ψευδαισθήσεις, θα μου πείτε. Η ελπίδα όμως δεν είναι ψευδαίσθηση. Εμείς τείνουμε να τη θεωρούμε κάτι το ψεύτικο γιατί έτσι μοιάζει πια στη λαίλαπα που ζούμε. Ένα κουτάκι νεραϊδόσκονης που ρίχνουμε πάνω από τα κεφάλια μας για να μπορούμε να επιβιώσουμε.
Κι αυτό γιατί τα πάντα θυμίζουν ένα σκοτεινό και μακρύ τούνελ που δεν ξέρουμε ποτέ αν θα βγούμε. Ένα πελώριο, αδιέξοδο τούνελ που μας πνίγει. Τα αυτοκίνητα ουρλιάζουν, έρχονται καταπάνω μας και πουθενά δε βλέπουμε φως. Περιμένουμε μάταια κάτι ν’ αλλάξει και κρυβόμαστε μέσα στα μοιρολατρικά πανωφόρια μας αναμένοντας την καταστροφή. Κάποιοι προσπαθούν. Τρέχουν και φωνάζουν αλλά δε βλέπουν. Είναι κι εκείνοι μόνοι σ’ αυτή την προσπάθεια. Θέλουν να πλησιάσουν ο ένας τον άλλο αλλά δε γίνεται. Η ηχώ της φωνής τους χτυπάει λυπητερά πάνω σε κάποιο τοίχο και ξαναγυρίζει με τον ίδιο τρόπο σ’ αυτούς. Ανώφελη και αναπόφευκτη μοναξιά.
Μοιάζει με το Λαβύρινθο του Μινώταυρου. Μόνο που το τέρας δεν ξέρουμε ποιο είναι. Δεν ξέρουμε αν είναι μόνο ένα ούτε τι μορφή έχει. Και ίσως…-λέω ίσως- το τέρας να είμαστε κι εμείς οι ίδιοι….
Όποιος προσπαθήσει περισσότερο θα βρει και το μίτο της Αριάδνης. Κάποτε θ’ ανάψει κάποιο φως και ο πιο επίμονος θα βρει το δρόμο του. Εκεί προς το τέλος, θ’ ακούσει τα κύματα να σκάνε στη γη. Θα αντικρύσει τη θάλασσα ήρεμη και γαλήνια. Θα την παρομοιάσει με τη ζωή του. Την ιδεατή ζωή, αυτή που θα ήθελε να έχει. Πάνω σε κάποιο ξεχασμένο βράχο που τον έφαγε η αλμύρα θα αναπολήσει τις καλές στιγμές. Θα καταλάβει ότι η ομορφιά της ζωής είναι σαν τη θάλασσα: πότε γαλήνια και ποτέ αγριεμένη . Πάντα όμως ακαταμάχητη. Θα χαθεί λίγο στην απεραντοσύνη του τοπίου και ύστερα θα γυρίσει την πλάτη στο τούνελ για να συνεχίσει την πορεία του.

Γιατί ποτέ και κανέναν δε θα καταπιεί το μαύρο τούνελ. Τουλάχιστον όχι όσο σκεφτόμαστε τη θάλασσα που υπάρχει εκεί έξω και μας περιμένει να ταξιδέψουμε….

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου