Κυριακή 24 Απριλίου 2011

Μήπως φταίμε κι εμείς;

Σε ένα δοκίμιό του, ο μεγάλος στοχαστής Κ. Αξελός αναρωτιέται ποιο θα είναι το μέλλον της σύγχρονης Ελλάδας. Με οξυδερκή παρατήρηση προβληματίζεται για τη χώρα αυτή των μεγάλων ηρώων. «Είμαστε στο ίδιο έδαφος που έζησαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι αλλά τίποτα δεν είναι πλέον το ίδιο.», σκέφτεται. «Τίποτα δε φαίνεται πια ένδοξο και ηρωικό», θα προσθέσω εγώ. Η σύγκριση μοιάζει θλιβερή και αναπόφευκτη.
Το «μαζί τα φάγαμε τα λεφτά» του Θεόδωρου Πάγκαλου, αποτελεί πλέον το σλόγκαν της χρονιάς. Παίζει σχεδόν σε όλα τα κανάλια και τις εκπομπές, χρησιμοποιείται στον Τύπο ενώ αποτέλεσε έμπνευση για τα καρναβάλια της χώρας την περίοδο Αποκριών που μας πέρασε. Η φράση αμέσως μπορεί να μας οδηγήσει σε δύο συμπεράσματα. Τι ήθελε να πει ο ποιητής: ότι την κατάχρηση την έκαναν οι πολιτικοί μαζί με το λαό ή πως η νοοτροπία του Έλληνα που προσπαθούσε να βολευτεί με κάθε τρόπο μας οδήγησε ως εδώ; Αν παίρναμε το δεύτερο ως πιθανή απάντηση ,ίσως σώζαμε λίγο την υπόληψη του πολιτικού. Η νοοτροπία μας ήταν και είναι υπαίτια ίσως όχι για την ίδια την οικονομική κρίση αλλά για τον κοινωνικό βούρκο στον οποίο κυλιόμαστε.
Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου (εγώ και πολλοί άλλοι της γενιάς μου)υπάρχουν κάποιες φράσεις στερεότυπες που σημάδεψαν τη ζωή μας μεγαλώνοντας. «Τα πάν είναι να έχεις μέσον», «Μακάρι να βολευτείς κάπου στο δημόσιο», «Ψήφισε αυτόν για να σε βοηθήσει» είναι κουβέντες που ακούσαμε και χιλιοειπώθηκαν από τα στόματα των ίδιων μας των οικογενειών. Μερικοί ίσως ντρεπόμαστε να το πούμε αλλά κάποτε καταλήξαμε να λέμε και εμείς τις ίδιες φράσεις.
Τι φταίει; Ο εύκολος στόχος ήταν πάντα ένας: η κοινωνία. «Έτσι είναι η κοινωνία», ακούγαμε πολύ συχνά και ελαφρύναμε τη συνείδησή μας. Δε φταίγαμε εμείς που σκεφτόμασταν έτσι. Εμείς δεν κάναμε τίποτα λάθος. Η κοινωνία έφταιγε για όλα. Μόνο που εμείς είμαστε η κοινωνία. Αυτό φυσικά το είχαμε ξεχάσει.
Ζώντας λοιπόν μέσα σε μια ηθελημένη λήθη, θεωρούσαμε πως όλα τα κάναμε σωστά και συνεχίζαμε με αυτή τη νοσηρή νοοτροπία αρκεί να ικανοποιήσουμε τη ματαιοδοξία μας. Έπρεπε να ζούμε σύμφωνα με κάποια συγκεκριμένα στερεότυπα και αυτά ακολουθούσαμε. Φορούσαμε τα ακριβά μας ρούχα, οδηγούσαμε το πολυτελές μας αμάξι και όταν δε μας έβλεπε κανείς τότε μόνο κλαίγαμε τα δάνεια στα οποία είμαστε χρεωμένοι. Γιατί είπαμε, στην κοινωνία πρέπει να δίνει κανείς μια άλλη εικόνα.
Τα παιδιά μεγάλωναν με την αντίληψη ότι πρέπει οπωσδήποτε να σπουδάσουν. Προς Θεού, δε φταίει η μόρφωση σε τίποτα. Μπερδέψαμε όμως την εκπαίδευση με την παιδεία που είναι η εφ’ όρου ζωής καλλιέργεια του ατόμου. Το μόνο που μας ένοιαζε ήταν το χαρτί και ο τίτλος. Από το δημοτικό μέχρι το Πανεπιστήμιο, βαθμοθήρες παντός είδους αποστήθιζαν ακατανόητα κομμάτια με σκοπό να πάρουν τον πολυπόθητο βαθμό βάσης. Και έπειτα τι; Επιστήμονες άνεργοι και αρκετές φορές ανειδίκευτοι, στο αέναο κυνήγι μιας καρέκλας, κατά προτίμηση του Δημοσίου.
Η Παιδεία κατάντησε έτσι από λάθος δικό μας. Ξεχάσαμε να πιστεύουμε στη διαφορετικότητα του κάθε ατόμου. Ξεχάσαμε ότι δε γίνεται να μπούμε όλοι στο Πανεπιστήμιο. Δε μπορούν όλοι να σπουδάσουν. Χρειαζόμαστε τους εργάτες και τους τεχνίτες όπως χρειαζόμαστε τους γεωργούς και τους κτηνοτρόφους. Η οικονομία μας έχει ανάγκη από σωστές κτηνοτροφικές και αγροτικές μονάδες. Γιατί «πέθαναν» κάποια επαγγέλματα; Υπάρχουν πολλές εξηγήσεις γι’ αυτό όπως η μηχανοποίηση των εργασιών. Ένας ακόμη σοβαρός λόγος όμως είναι η δική μας συμπεριφορά.
Και η συμπεριφορά αυτή μας επηρέασε παντού. Ήμουν ακόμη μικρή όταν άκουγα για επιδοτήσεις. Λεφτά που έρχονταν συνεχώς στην Ελλάδα για να μας βοηθήσουν. Κι ένα «γιατί» με κυνηγάει συνέχεια. Γιατί χάθηκαν αυτά τα λεφτά; Γιατί δεν άλλαξε η Υγεία, η Παιδεία και η βιομηχανίες μας. Τώρα κλαίμε που δε μπορούμε να σπουδάσουμε και να νοσηλευτούμε με αξιοπρέπεια. Γκρινιάζουμε που χάθηκαν οι καλλιέργειες τόσων ειδών. Γιατί λοιπόν; Ας μου απάντησε κάποιος!
Φταίνε αυτοί που τα «φάγανε» αλλά φταίμε κι εμείς που παίξαμε και συνεχίζουμε να παίζουμε το παιχνίδι τους. Αν συνεχίσουμε με την ίδια μέθοδο, τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει. Τουλάχιστον όχι προς το καλύτερο. Χρειάζεται βαθιά αλλαγή και δε θα έρθει εύκολα.
Από το 1893 μέχρι σήμερα, δηλαδή από την πρώτη πτώχευση επί Τρικούπη έως την σημερινή, ο Έλληνας δεν έβαλε μυαλό. Συνεχίζει να μεμψιμοιρεί και να το βάζει στα πόδια. Το τραγούδι του πρόσφατα εκλιπόντος Μ. Ρασούλη «Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ» συνοψίζει ίσως την αγανάκτηση αυτή του Νεοέλληνα και συνάμα την ευθύνη του.

(το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Μαχητής")

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου